Η προχωρημένη ηλικία, τα προβλήματα υγείας και ο ανθυγιεινός, σύγχρονος τρόπος ζωής επηρεάζουν αρνητικά την αναπαραγωγική ικανότητα των γυναικών και πολλές βρίσκονται αντιμέτωπες με την υπογονιμότητα όταν θελήσουν να κάνουν παιδί.
Ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες κινδύνου υπογονιμότητας στις γυναίκες είναι η προχωρημένη ηλικία. Όπως εξηγεί ο μαιευτήρας-χειρουργός γυναικολόγος Δρ. Ιωάννης Π. Βασιλόπουλος, MD, MSc, ειδικός στην Υποβοηθούμενη Αναπαραγωγή και ιδρυτικό μέλος του Institute of Life-ΙΑΣΩ, ως ιδανικές για την επίτευξη εγκυμοσύνης θεωρούνται οι ηλικίες 20-29 ετών, επειδή τα ωάρια γενικά έχουν καλή ποιότητα και έτσι οι πιθανότητες εγκυμοσύνης σε κάθε μήνα προσπάθειας φθάνουν το 20-25%.
Ωστόσο η σύγχρονη τάση είναι να αποκτούν οι γυναίκες παιδί σε ολοένα μεγαλύτερη ηλικία. Σύμφωνα με την Εθνική Στατιστική Αρχή, περισσότερες από 5.000 Ελληνίδες αποκτούν κάθε χρόνο μωρό μετά τα 40 τους χρόνια, ενώ πριν από μία 15ετία ο αντίστοιχος αριθμός ήταν σχεδόν ο μισός. Επιπλέον, οι μισές τουλάχιστον νέες μητέρες αποκτούν παιδί μετά τα 30 τους χρόνια.
Δυστυχώς, όμως, ο χρόνος επηρεάζει αρνητικά την παραγωγή ωαρίων στις γυναίκες, με την ποιότητα και την ποσότητά τους να φθίνουν μετά την ηλικία των 35 ετών, με συνέπεια να μειώνονται αργά αλλά σταθερά οι πιθανότητες σύλληψης και απόκτησης υγιούς μωρού.
Πολλές γυναίκες, όμως, επιλέγουν να καθυστερήσουν την απόκτηση μωρού για κοινωνικούς λόγους (π.χ. προέχει η καριέρα τους, δεν έχουν βρει τον κατάλληλο σύντροφο, δεν είναι έτοιμες να αρχίσουν οικογένεια κ.λπ.).
«Η απόκτηση παιδιού σε προχωρημένη ηλικία σε πολλές περιπτώσεις γίνεται εφικτή χάρη στις εξελίξεις της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής που επιτρέπει την λήψη και κρυοσυντήρηση (κατάψυξη) ωαρίων ώστε να διατηρείται η αναπαραγωγική ικανότητα για μελλοντική χρήση όταν αυτό είναι απαραίτητο ή επιθυμητό», λέει ο Δρ. Βασιλόπουλος.
Προβλήματα υγείας
Εκτός από την προχωρημένη ηλικία, υπάρχουν πολλά ιατρικά προβλήματα που προκαλούν ή σχετίζονται με την υπογονιμότητα, ακόμα και στις νεαρές γυναίκες (στις ηλικίες κάτω των 29 ετών).


Τα σημαντικότερα από αυτά είναι:
* Το σύνδρομο των πολυκυστικών ωοθηκών. Είναι η πιο συχνή αιτία γυναικείας υπογονιμότητας. Παρατηρείται στο 10-15% των γυναικών και συνήθως εκδηλώνεται στην εφηβεία. Προκαλεί ασταθή εμμηνόρροια, υπερπαραγωγή ορμονών του ανδρικού φύλου (ανδρογόνα) ή/και πολλές κύστεις στις ωοθήκες. Η υπογονιμότητα στις γυναίκες με το σύνδρομο οφείλεται κυρίως στην διαταραχή της ωοθυλακιορρηξίας, η οποία αντιμετωπίζεται κυρίως με φαρμακευτικά μέσα. Πρόκληση ωοθυλακιορρηξίας μπορεί να γίνει και μετά από drilling των ωοθηκών, μια χειρουργική επέμβαση η οποία γίνεται λαπαροσκοπικά με πολύ καλά αποτελέσματα. Αν αυτές οι επιλογές δεν επιτύχουν, μπορεί να γίνει εξωσωματική γονιμοποίηση.
* Ενδομητρίωση. Είναι μία από τις συχνότερες αιτίες γυναικείας υπογονιμότητας (έως και οι μισές υπογόνιμες γυναίκες πάσχουν από ενδομητρίωση). Εκδηλώνεται όταν αναπτύσσεται έξω από τη μήτρα ιστός ο οποίος δομικά και λειτουργικά είναι παρόμοιος με το ενδομήτριο. Η ενδομητρίωση προσβάλλει το 5-10% των γυναικών.
* Ινομυώματα μήτρας. Περισσότερες από μία στις δύο γυναίκες παρουσιάζουν τουλάχιστον ένα ινομύωμα κάποια στιγμή στη ζωή τους. Συνήθως εκδηλώνονται στις ηλικίες 35-45 ετών, αλλά μπορεί να εμφανιστούν νωρίτερα ή αργότερα και μέχρι την εμμηνόπαυση (μετά υποχωρούν). Μία γυναίκα μπορεί να έχει ένα ή πολλά ινομυώματα τα οποία μπορεί να προκαλούν συμπτώματα ή να είναι εντελώς ασυμπτωματικά.
* Πρόωρη ωοθηκική ανεπάρκεια. Μία στις 250 γυναίκες ηλικίας κάτω των 30 ετών εκδηλώνει πρώιμη ωοθηκική ανεπάρκεια, κατά την οποία εξαντλούνται ή υπολειτουργούν τα ωοθυλάκιά της. Στο 80-90% των περιπτώσεων η αιτία της ανεπάρκειας δεν ανευρίσκεται (ιδιοπαθής ωοθηκική ανεπάρκεια), ενώ στις υπόλοιπες μπορεί να παίζουν ρόλο χρωμοσωμικές ανωμαλίες, χημειοθεραπείες ή ακτινοθεραπείες για καρκίνο κ.λπ. Από τις γυναίκες με πρόωρη ωοθηκική ανεπάρκεια, μόνο το 10% κατορθώνουν να μείνουν έγκυοι με φυσικό τρόπο. Οι υπόλοιπες μπορεί να χρειασθούν εξωσωματική με δωρεά ωαρίων. Αν η ανεπάρκεια είναι ιατρικής αιτιολογίας (π.χ. σε επικείμενη θεραπεία για καρκίνο), μία λύση που προτείνεται είναι η κατάψυξη ωαρίων, λέει ο Δρ. Βασιλόπουλος.
* Προβλήματα στις σάλπιγγες. Η δημιουργία συμφύσεων (ουλώδους ιστού) στις σάλπιγγες εξαιτίας λοιμώξεων (π.χ. σαλπιγγίτιδα, λοιμώξεις της πυέλου), χειρουργικών επεμβάσεων ή σεξουαλικώς μεταδιδομένων νοσημάτων μπορεί να διαταράξουν την λειτουργία των σαλπίγγων και κατ’ επέκταση την γονιμότητα της γυναίκας.

Η ανεξήγητη υπογονιμότητα
Περισσότερα από ένα στα πέντε ζευγάρια θεωρείται ότι αντιμετωπίζουν ανεξήγητη υπογονιμότητα που μπορεί να συνδέεται με διάφορους παράγοντες κινδύνου, όπως οι εξής:
* Λάθος σωματικό βάρος. Η παχυσαρκία ευθύνεται για το 6% των κρουσμάτων πρωτοπαθούς υπογονιμότητας και το παθολογικά χαμηλό σωματικό βάρος για άλλο ένα 6%, σύμφωνα με την Αμερικανική Εταιρεία Αναπαραγωγικής Ιατρικής.
* Ακανόνιστο ωράριο εργασίας και άρση μεγάλου βάρους. Μελέτες έχουν δείξεις ότι οι γυναίκες που εργάζονται νύχτα ή σε κυλιόμενες βάρδιες, και όσες σηκώνουν μεγάλο βάρος κατά την εργασία τους έχουν αυξημένη πιθανότητα να εκδηλώσουν προβλήματα υπογονιμότητας.
* Έντονο στρες. Μελέτες έχουν δείξει ότι το έντονο στρες κατά τις μέρες της ωορρηξίας μειώνει κατά 40% τις πιθανότητες σύλληψης και διπλασιάζει τις πιθανότητες που έχει μία γυναίκα να είναι υπογόνιμη.
* Κακή διατροφή. Μελέτες έχουν δείξει ότι η υπερκατανάλωση ζάχαρης, τεχνητών γλυκαντικών, καφέ, αλκοόλ και ανθυγιεινών λιπαρών (trans λιπαρών) συνδέεται αρνητικά με την ποιότητα των ωαρίων, την ποιότητα των παραγόμενων εμβρύων, τα ποσοστά επιτυχούς εμφύτευσης στη μήτρα και τα ποσοστά εγκυμοσύνης.
* Επιγενετικές αλλαγές. Περισσότερες από μία στις δέκα περιπτώσεις υπογονιμότητας που χαρακτηρίζονται από επαναλαμβανόμενη αποτυχία στις προσπάθειες απόκτησης παιδιού με εξωσωματική, μπορεί να οφείλονται σε αλλαγές που επιφέρει ο τρόπος ζωής στη λειτουργία των γονιδίων. Οι αλλαγές αυτές αποκαλούνται επιγενετικές και μπορεί να εντοπιστούν με εξελιγμένες βιολογικές εξετάσεις, με βάση τα αποτελέσματα των οποίων καταρτίζεται και συνιστάται στο ζευγάρι ένα ειδικό πρόγραμμα αντιμετώπισης.
«Αν και τα γονίδιά μας δεν μπορούμε να τα αλλάξουμε, το περιβάλλον τους μπορούμε», τονίζει ο Δρ. Βασιλόπουλος. «Έτσι όταν ένα ζευγάρι με ανεξήγητη υπογονιμότητα υποβληθεί σε ειδικές εξετάσεις και στη συνέχεια κάνει τις απαραίτητες προσαρμογές στη διατροφή και γενικότερα στον τρόπο ζωής του, είναι πιθανό να δει τη γονιμότητά του να βελτιώνεται αισθητά – και μάλιστα σε σημείο ώστε να υπάρχει ακόμα και πιθανότητα φυσικής σύλληψης».
Αυτού του είδους τα προβλήματα αναζητά και μελετά η Διατροφογενωμική, ένας ειδικός κλάδος της Γενετικής ο οποίος, παρότι ακόμα βρίσκεται στα εμβρυϊκά στάδιά του, παράγει ήδη σημαντικές νέες γνώσεις που μπορεί να ωφελήσουν τους ασθενείς.