Ελπιδοφόρα είναι τα αποτελέσματα χιλιάδων κλινικών μελετών που διεξάγονται στις μέρες μας για την αποτελεσματικότητα της χορήγησης των βλαστοκυττάρων στη θεραπεία διαφόρων ασθενειών. Ορισμένες χρησιμοποιούν αυτόλογο ομφαλοπλακουντιακό αίμα ή βλαστοκύτταρα από το μυελό των οστών για την αντιμετώπιση αιματολογικών νόσων, του διαβήτη, του αυτισμού και της εγκεφαλικής παράλυσης, καθώς και για τη θεραπεία πολλών μυοσκελετικών, ρευματικών, δερματικών, νευρολογικών και οφθαλμολογικών παθήσεων, καρδιαγγειακών νοσημάτων και φλεγμονωδών νόσων του εντέρου.
Όσον αφορά στην εγκεφαλική παράλυση «έχει αποδειχθεί ότι στα πρόωρα νεογνά ή νεογνά που γεννήθηκαν με έντονα συμπτώματα ανοξαιμίας, η χορήγηση ομφαλικού αίματος την τρίτη ημέρα μετά τη γέννηση ακόμα και προληπτικά έχει θετικές επιδράσεις στην πρόληψή της. Μελέτες που πραγματοποιήθηκαν έδειξαν ότι το ομφάλιο αίμα βελτιώνει την κλινική εικόνα των παιδιών με διαταραχές της οξυγόνωσης κατά τον τοκετό, όπως και τη λειτουργία του εγκεφάλου», τονίζει η καθηγήτρια Ιατρικής στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης κα. Κοκκώνα Κουζή-Κολιάκου.

Αξιοσημείωτα είναι και τα ευρήματα μελετών για τη χρήση αυτόλογου ομφαλοπλακουντιακού αίματος σε παιδιά με αυτισμό. Σε μια απ’ αυτές οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι 6 μήνες μετά τη χρήση τους παιδιά χωρίς ομιλία αλλά με υψηλό IQ είχαν μεγαλύτερη βελτίωση σε σχέση με παιδιά χαμηλότερου IQ παιδιά χωρίς ομιλία, σε όλους τους δείκτες αξιολόγησης, στους οποίους περιλαμβάνονταν η κοινωνικότητα, η επικοινωνία, η βλεμματική επαφή και η ομιλία.
Ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου Ι είναι άλλη μια νόσος που θα μπορούσε να βρει μελλοντικά θεραπεία με τη χορήγηση βλαστοκυττάρων. Προς το παρόν, τα ευρήματα των μελετών ενδυναμώνουν τις προσπάθειες των ερευνητών, οι οποίοι διατείνονται ότι τα επόμενα χρόνια ενδεχομένως να υπάρξουν καθολικές αλλαγές στον τρόπο αντιμετώπισης της νόσου, δεδομένης της ταχύτητας της προόδου που σημειώνεται. «Οι μέχρι σήμερα θεραπείες δεν αντιμετωπίζουν οριστικά την αιτία εμφάνισης του διαβήτη τύπου Ι -που είναι ελάττωση της δραστηριότητας του ανοσοποιητικού και η προστασία των νησιδίων πριν από την εμφάνιση της νόσου- αλλά περιορίζονται στη χορήγηση ινσουλίνης που δεν είναι άλλο παρά μια θεραπεία υποκατάστασης. Οπότε οι έρευνες έχουν στραφεί στη ρύθμιση της λειτουργίας του ανοσοποιητικού», σημειώνει η κα Κολιάκου. Όπως υποδεικνύουν τα αποτελέσματα μιας μελέτης που πραγματοποιήθηκε στο Πανεπιστήμιο της Ουψάλα, οι νεαροί ασθενείς ένα χρόνο μετά από τη χορήγηση μεσεγχυματικών βλαστοκυττάρων (η οποία πραγματοποιήθηκε εντός 45 ημερών από την εμφάνιση του διαβήτη), διατήρησαν ή αύξησαν τα επίπεδα του C πεπτιδίου, τα οποία προσδιορίζουν την επαρκή ή όχι παραγωγή ινσουλίνης, ενώ ταυτόχρονα μείωσαν σημαντικά τα επίπεδα της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης. Μια άλλη προσέγγιση με τη χρήση αυτόλογων αιμοποιητικών βλαστοκυττάρων του μυελού των οστών αποβλέπει σε επιθετικότερη ρύθμιση της λειτουργίας του ανοσοποιητικού ώστε να καταστεί λιγότερο επιθετικό στα β κύτταρα του παγκρέατος, τα οποία παράγουν την ινσουλίνη. Για τους παχύσαρκους ασθενής με διαβήτη τύπου ΙΙ, η χορήγηση μεσεγχυματικών κυττάρων οδήγησε σε μείωση των επιπέδων της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης και σε απώλεια σωματικού βάρους. Επίσης, πολλοί ερευνητές εξετάζουν προσεκτικά τις επιδράσεις της ενδομυϊκής χορήγησης βλαστοκυττάρων στο διαβητικό έλκος, στη νευροπάθεια και στην αγγειακή απόφραξης, στις οποίες η χρήση των μεσεγχυματικών βλαστοκυττάρων είναι ασφαλής και αποτελεσματική.
Εξίσου θετικά αποτελέσματα έχει η χορήγηση μεσεγχυματικών βλαστοκυττάρων στην αντιμετώπιση ορθοπαιδικών παθήσεων, τραυματισμών, της βαριάς ιατρογενούς νόσου του μοσχεύματος κατά του ξενιστή, που οφείλεται στη χορήγηση αλλογενούς αιμοποιητικού μοσχεύματος, αλλά και καρδιολογικών παθήσεων. Τα αιμοποιητικά βλαστοκύτταρα του ομφαλικού αίματος και του μυελού των οστών προκαλούν έντονη αγγειογένεση στην περιοχή που χορηγούνται και για το λόγο αυτό η συμβολή τους στην αποκατάσταση του εμφράγματος θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική.

Γεροντική καχεξία
Μελλοντικά τα βλαστοκύτταρα ίσως να αποτελέσουν το μέσον και για την ανανέωση των γερασμένων ιστών του οργανισμού. Δεδομένου ότι η γεροντική καχεξία σχετίζεται με την ελάττωση του αριθμού των βλαστοκυττάρων στον οργανισμό η χορήγησή τους θα μπορούσε να επιφέρει καθυστέρηση της απώλειας της μυϊκής μάζας που προκύπτει με την πάροδο του χρόνου, η έκταση της οποίας αποτελεί ένδειξη του προσδόκιμου ζωής. Πειράματα φανερώνουν ότι η χορήγηση βλαστοκυττάρων σε ηλικιωμένους οργανισμούς δύναται να επιφέρει αντιστροφή των επιπτώσεων της γήρανσης, να επιτρέψει την καλύτερη καρδιακή λειτουργία του, να βελτιώσει τη γονιμότητα και συνεπώς να επιμηκύνει τη ζωή των ανθρώπων και την ικανότητα αναπαραγωγής τους.
Η πληρέστερη πηγή συλλογής βλαστοκυττάρων είναι αυτά που προέρχονται από το ομφαλικό αίμα. Τα βλαστοκύτταρα που συλλέγονται κατά τον τοκετό έχουν έντονη ικανότητα κυτταρικού πολλαπλασιασμού και μεγάλη ικανότητα αποκατάστασης τραυματισμών. Δυστυχώς, όμως, δεν μπορούν να συλλεχθούν σε άλλη φάση της ζωής του ανθρώπου, γι’ αυτό οι γονείς θα πρέπει να είναι σωστά ενημερωμένοι και να αποφασίσουν τη φύλαξη των βλαστοκυττάρων με γνώμονα όχι μόνο τις δυνατότητες που υπάρχουν σήμερα αλλά και όσες θα έχουν ανακαλυφθεί στο μέλλον.
«Τα βλαστοκύτταρα μπορούν να βοηθήσουν στην κατανόηση και θεραπεία ενός μεγάλου εύρους ασθενειών και τραυματισμών, να σώσουν τη ζωή χιλιάδων ενηλίκων και παιδιών και να βελτιώσουν την ποιότητα ζωής των πασχόντων και των φροντιστών τους. Κάθε νέα θεραπεία που αποδεικνύεται ασφαλής και αποτελεσματική μπορεί επίσης να ωφελήσει σωματικά, ψυχολογικά αλλά και οικονομικά τους ασθενείς, μειώνοντας τις άμεσες και τις έμμεσες δαπάνες που απαιτούνται για την αντιμετώπιση της ασθένειας. Η πραγματικότητα είναι ότι μόλις έχουμε αντιληφθεί τους ορίζοντες που ανοίγονται και γι’ αυτό οι ειδικοί διερευνούν ακατάπαυστα κάθε πιθανότητα εφαρμογής τους στην ιατρική», καταλήγει η κα. Κοκκώνα Κολιάκου-Κουζή.