• Γράφει η Έλενα Μπρέγιαννη

Οι περισσότερες μορφές καρκίνου διαγιγνώσκονται σε ηλικιωμένα άτομα, καθώς πάνω από το 50% των κακοήθων όγκων στις ΗΠΑ και στην Ε.Ε. αφορά σε άτομα ηλικίας άνω των 65 ετών.
Η ετήσια επίπτωση των κακοήθων νεοπλασμάτων αυξάνει με ταχύτατο ρυθμό σε ηλικίες άνω των 65 ετών. Στις ΗΠΑ το 52% όλων των καρκίνων στις γυναίκες και το 59% στους άνδρες διαγιγνώσκεται σε άτομα άνω των 65 ετών.
Την τελευταία 30ετία μειώθηκαν κατά 25% οι θάνατοι από νεοπλασίες σε άτομα κάτω των 55 ετών με την εφαρμογή νεότερων χημειοθεραπευτικών φαρμάκων, ανοσοθεραπείας, στοχευμένων θεραπευτικών σχημάτων και εξελιγμένων τεχνικών ακτινοθεραπείας, κλπ. Ιδιαίτερα θετικά αποτελέσματα έχουμε στην αντιμετώπιση των λεμφωμάτων, των λευχαιμιών και του καρκίνου του όρχεος. Από την άλλη μεριά. αυξήθηκε κατά 18% η θνητότητα από καρκίνο στους υπερήλικες ασθενείς.
Οι συχνότερες μορφές καρκίνου είναι ο καρκίνος του πνεύμονα, του προστάτη και του παχέος εντέρου για τους άνδρες και ο καρκίνος του μαστού, του πνεύμονα, του παχέος εντέρου και των γεννητικών οργάνων για τις γυναίκες. Αύξηση παρουσιάζει τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας η επίπτωση του καρκίνου του παγκρέατος και του μελανώματος. Τα βασικοκυτταρικά καρκινώματα του δέρματος που οφείλονται συνήθως στην παρατεταμένη έκθεση στον ήλιο είναι συχνότατα νεοπλάσματα της προχωρημένης ηλικίας και για τα δύο φύλα και έχουν καλή πρόγνωση αν αντιμετωπιστούν σωστά και έγκαιρα.
Όπως αναφέρει ο Πρόεδρος της Ελληνικής Γεροντολογικής και Γηριατρικής Εταιρείας και της Ελληνικής Εταιρείας Χειρουργικής Ογκολογίας, Καθηγητής Χειρουργικής Ε.Κ.Π.Α. Ιωάννης Γ. Καραϊτιανός, πάνω από το 66% των θανάτων από καρκίνο καταγράφεται σε ασθενείς ηλικίας άνω των 65 ετών. Οι καρκίνοι είναι υπεύθυνοι σαν πρώτη αιτία θανάτου στο φάσμα ηλικίας μεταξύ 65 και 74 ετών και η δεύτερη αιτία θανάτου μετά τα 75 χρόνια.
Έτσι προκύπτουν ηθικά και δεοντολογικά προβλήματα για την ιατρική περίθαλψη των ηλικιωμένων. Παρά την επικρατούσα άποψη ότι οι προληπτικές εξετάσεις για καρκίνο στα άτομα τρίτης ηλικίας στοιχίζουν δυσανάλογα στο Σύστημα Υγείας σε σχέση με το πιθανό όφελος, αυτό δεν φαίνεται να ισχύει. Έχει μείζονα σημασία η εφαρμογή εθνικών προγραμμάτων έγκαιρης διάγνωσης των συχνότερων μορφών καρκίνου (μαστού, παχέος εντέρου, προστάτη, τραχήλου μήτρας, πνεύμονος, δέρματος, κλπ.) ακόμα και σε άτομα προχωρημένης ηλικίας, τουλάχιστον μέχρι τα 75 έτη ανάλογα με τη βιολογική ηλικία αλλά και το προσδόκιμο επιβίωσης των ατόμων αυτών.
Η μαστογραφία πρέπει να συνεχίζει να εκτελείται προληπτικά σε γυναίκες με καλό προσδόκιμο επιβίωσης, δηλαδή άνω των 10 ετών και μέχρι την ηλικία των 75 ετών.
Το τεστ Παπανικολάου για την ανίχνευση του καρκίνου του τραχήλου της μήτρας θα μπορούσε να σταματήσει να εκτελείται με τη συμπλήρωση των 65 ετών εφόσον η γυναίκα έχει υποβληθεί σε 3 αρνητικά τεστ με τουλάχιστον 1 στην τελευταία 5ετία.

Προληπτικός έλεγχος
Ο προληπτικός έλεγχος για ανίχνευση του καρκίνου του παχέος εντέρου με κολονοσκόπηση που επιβάλλεται να αρχίζει στα 50 χρόνια, μπορεί να εκτελείται με ασφάλεια μέχρι και την ηλικία των 75 ετών και εφόσον ο εξεταζόμενος έχει προσδόκιμο επιβίωσης 10 χρόνια.
Τέλος, η εξέταση αίματος για PSA προκειμένου να ανιχνευθεί έγκαιρα ο καρκίνος του προστάτη πρέπει να γίνεται μέχρι τα 65 ή και τα 70 χρόνια σε άνδρες με καλή φυσική κατάσταση και χωρίς σοβαρές συνυπάρχουσες παθήσεις, εφόσον υπάρχει η ορθή ενημέρωση και συναίνεση του εξεταζόμενου.
Σε ό,τι αφορά στον καρκίνο του πνεύμονα η ετήσια αξονική τομογραφία χαμηλής δόσης συνιστάται για τους βαρείς καπνιστές, ακόμα κι εκείνους που έχουν κόψει το κάπνισμα για λιγότερο από 15 χρόνια, μέχρι την ηλικία των 74 ετών, υπό την προϋπόθεση ότι στην περίπτωση ανίχνευσης καρκίνου θα μπορούν να υποβληθούν σε μία ριζική χειρουργική επέμβαση ή ακτινοθεραπεία και χημειοθεραπεία.
Η έγκαιρη διάγνωση του καρκίνου σημαίνει εξάλλου: λιγότερες βαριές χειρουργικές επεμβάσεις, λιγότερες χημειοθεραπείες και ακτινοθεραπείες, λιγότερες ημέρες νοσηλείας και τελικά προσφέρει μεγάλες πιθανότητες ίασης ή μακρότερης επιβίωσης με ικανοποιητική ποιότητα ζωής.
Με βάση τα δεδομένα για τη βαθμιαία γήρανση του ελληνικού πληθυσμού (21,3% των Ελλήνων είναι άνω των 65 ετών και το 2030 θα φτάσουν το 30%) και τη συνακόλουθη αύξηση των χρονίων παθήσεων και νόσων φθοράς του οργανισμού, όπως ο καρκίνος, επιβάλλεται να ληφθούν μέτρα για την αναγνώριση της Γηριατρικής ως ιατρική ειδικότητα ή εξειδίκευση στην Ελλάδα. Δυστυχώς και παρά τον αγώνα που καταβάλλει η Ελληνική Γεροντολογική και Γηριατρική Εταιρεία για πάνω από τρεις δεκαετίες, η χώρα μας εξακολουθεί να είναι η μοναδική χώρα στην Ευρώπη στην οποία δεν είναι αναγνωρισμένη η ειδικότητα της Γηριατρικής.